Lobby {lob~by}:
1. A hall, foyer or waiting room at or near the entrance to a building such as a hotel or a theater.
2. A public room next to the assembly chamber of a legislative body.
3. A group of persons engaged in trying to influence legislators or other public officials in favor of a specific cause.

Παρασκευή, 26 Ιουλίου 2013

Να μην χρειαστεί να το μάθουμε...

Πως είναι το “Ωχ, αμάν!” στα ρωσικά; Ελπίζουμε ότι δεν θα χρειαστεί να το μάθουμε, εκεί...
...προς Σεπτέμβριο μεριά.
Και ότι αυτό που ακούγεται, στη Ρωσία πρωτίστως, εμπίπτει στη συνήθη φημολογία της περιόδου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου